ἄμαθος

ἄμαθος
Grammatical information: f.
Meaning: `sand' (Il.).
Derivatives: Geogr. name Ήμαθίη (Ιλ.). Place-name Άμαθοῦς on Cyprus from *-οϜεντ-; cf. ἠμαθόεις (Od.).
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin] Eur.
Etymology: It is mostly assumed that ψάμαθος was created on ἄμαθος after ψάμμος and that ἄμμος is secondarily created on ψάμμος. Beekes 2000 [125 Jahre IDG Graz], 26 finds these assumptions far from easy. It also depends on the etymology of ψάμμος. - ἄμαθος is connected with MHG. sampt and a PIE. *samǝdho- reconstructed. DELG warns that the connection does not guarantee IE origin. For origin in a European substratum Kuiper, NOWELE 25 (1995) 67, because of the vocalism (a \< h₂(e)?) and the consonantism. On possible Albanian connections Cabej Studi Pisani 1, 174f.
Page in Frisk: 1,84

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄμαθος — dwelling in sand fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άμαθος — (I) η, ο 1. αυτός που δεν έμαθε, δεν διδάχθηκε κάτι, αδίδαχτος, αμόρφωτος, 2. αγράμματος, απαίδευτος 3. αγροίκος, ανόητος, αγενής 4. αυτός που δεν είναι εξοικειωμένος, συνηθισμένος σε κάτι, άπειρος, αδαής. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + θ. μαθ τού ρ.… …   Dictionary of Greek

  • άμαθος — η, ο 1. αμάθητος (βλ. λ.). 2. αμαθής (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀμάθοιο — ἄμαθος dwelling in sand fem gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμάθοισι — ἄμαθος dwelling in sand fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμάθοισιν — ἄμαθος dwelling in sand fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμάθου — ἄμαθος dwelling in sand fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμάθῳ — ἄμαθος dwelling in sand fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄμαθοι — ἄμαθος dwelling in sand fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄμαθον — ἄμαθος dwelling in sand fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άμμος — Ιζηματογενής σχηματισμός που αποτελείται από θραύσματα ορυκτών με κύριο χαρακτηριστικό την έλλειψη συνοχής. Ο σχηματισμός της ά. οφείλεται στη διαβρωτική ενέργεια των θαλασσών, των ανέμων, των ποταμών και των παγετώνων. Η ά. ταξινομείται ανάλογα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.